Translate

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Πάω για ψώνια

Α! Είμαι πολύ νοικοκυρά εγώ. Σφουγγαρίζω (με τη γλώσσα), σκουπίζω (με την άσπρη γούνα μου) αλλά το καλύτερό μου είναι να πηγαίνω για ψώνια με την ξανθιά στη γειτονιά. Αυτή ψωνίζει κι εμένα με δένει απ' έξω και χαζολογάω...Πάμε φούρνο για ψωμί, κρεοπωλείο, φαρμακείο κι όλοι σταματάνε να μου μιλήσουν...τι χαρά!!!!

Συνήθως το πρωί, αφήνουμε τα μικρά στο σχολείο κι επιστρέφουμε στο σπίτι γιατί δεν έχει πιεί καφέ κι εγώ δεν έχω πάρει το πρωινό μου. Πότε πότε, σταματάμε στο κοντινό σούπερ μάρκετ να πάρει η ξανθιά τα απαραίτητα. Με δένει στο κάγκελο έξω από την πόρτα να περιμένω γιατί, βλέπετε, δεν επιτρέπουν σε τετράποδα ζώα να μπαίνουν σε χώρους που πωλείται φαγητό. Ενώ τα δίποδα...όπου θέλουν εισβάλουν, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Εγώ περιμένω καρτερικά και χαζεύω τους περαστικούς. Δε φωνάζω, ούτε γκρινιάζω αφού ξέρω ότι θα ξανάρθει σύντομα γιατί έχει άγχος μη με κλέψει κανένας κακός άνθρωπος που θα με λιμπιστεί!

Έτσι και προχθές, μεσημεράκι ήταν, με πήρε η ξανθιά μου να πάμε τη βόλτα μας, ήρθε κι η μαμά της μαζί (αυτή που με λέει μπελά χαϊδευτικά) και στο δρόμο θυμήθηκε να πάρει βούτυρο οπότε σταματήσαμε στο σούπερ μάρκετ αναγκαστικά. Με δένει κάπου, της λέει η μαμά της "αυτό που τη δένεις έχει ρόδες", της απαντάει "ΟΚ, ένα λεπτό να πάρω το βούτυρο κι έρχομαι, δε φεύγει το Λουσάκι, περιμένει να γυρίσω" . Χαχαχα, νομίζεις! Η σιγουριά θα σε φάει.

Η σκηνή εξελίσσεται καρέ καρέ, ως εξής :

Είμαι δεμένη σε τεράστιο κλουβί με ρόδες μικρές. Το κλουβί είναι άδειο, άρα ελαφρύ.

Η ξανθιά έχει πάει μέσα, όπως και η μαμά της 
.
Χαζεύω τον κόσμο που περνάει.

Εμφανίζεται γάτα. ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ ΑΔΕΛΦΙΑ!!!!!!

Πετιέμαι αλαφιασμένη. Γαβγίζω πολύ

Τρέχω κι ακούω θόρυβο πίσω μου. Το καρότσι!!!!! Το λουρί μου το σέρνει.

Η γάτα πιλαλάει κι εγώ τρέχω όσο μπορώ, αφού ακολουθεί το ογκώδες άσπρο καρότσι το οποίο κάνει και τρελό θόρυβο.

Προσπαθώ να περάσω απέναντι να πιάσω την παλιογάτα, αλλά κάτι με σταματάει. Η κυρία Αρετή του σούπερ μάρκετ τραβάει δυνατά το καρότσι, κι ακολουθεί η μαμαλένα που έχει πάρει χαμπάρι στο βάθος του διαδρόμου τι κάνω, πετάει τα Βιτάμ και το χαλβά (πολύ τρως) και τρέχει να με πιάσει...

Κι έτσι, η ξέφρενη πορεία μου προς το απέναντι πεζοδρόμιο για να πιάσω το τέρας, έληξε άδοξα..πριν καν αρχίσει καλά καλά...κλαψ, λιγμ!

Το χάρηκα όμως. Στην επιστροφή η μαμά της ξανθιάς την έψελνε ότι τα θελε και τα παθε, δε δένουν το σκύλο εκεί που έχει ρόδες, που της είπε να καθήσει να με φυλάει και δεν ήθελε, που δε προβλέπει τα δικά μου τσαλίμια, που...που...που...που...τόσο που την έψαλε, ούτε ο παπάς της ενορίας.

Και ξέρετε ποιό είναι το χειρότερο της, ε;  Που ξέρει ότι η μαμά είχε δίκιο. Πάλι!