Translate

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

Το καημένο το νιάου...

Φίλοι μου αγαπημένοι,

Γράφω σπάνια πια, για τεχνικούς λόγους κυρίως που δεν μπορώ να αναλύσω τώρα...Χάλασε το κομπιούτερ της Ξανθιάς και δε μπορεί να γράφει στο κινητό, λέει, μόνο με πληκτρολόγιο βολεύεται...Χμ, μάλλον βαριέται λέω εγώ, αλλά ποιός με ακούει εμένα εδώ μέσα...

Είναι γνωστό ότι τις γάτες δεν τις πολυσυμπαθώ, ούτε κι αυτές με συμπαθούν φαντάζομαι. Κάθε φορά που συναντιόμαστε οι περισσότερες σηκώνουν ράχη, ουρά και τρίχες και μοιάζουν σατανικά τέρατα που θέλουν να με φάνε. Μάλλον γιαυτό τις έκαιγαν στο Μεσαίωνα...

Ακούστε πάλι τι μου σκαρώσανε Ξανθιά, και λοιποί σεσημασμένοι γατόφιλοι συνένοικοι.
Μεσημεράκι καλοκαίρι, μια βδομάδα πριν πάμε διακοπές, έχει ξαπλώσει η μαμά μας για μεσημεριανή σιέστα κι ακούγεται επίμονο κουδούνισμα. Η οθόνη δείχνει τον από πάνω μας που έχει τον αρρεβωνιάρη μου τον Αλέκο. Απαντάνε, αυτός φωνάζει την Ξανθιά να πάει επειγόντως, τρέχει η άλλη να βρει κανα ρούχο να φορέσει, από κοντά κι η Τσιριμπίμ, κι εξαφανίζονται...
Ναι, αλλά εγώ ακούω σα ραντάρ φίλοι μου, και πιάνει το αυτί μου κάτι σα νιαούρισμα πολύ αδύναμο. Λέω να βαρέσω συναγερμό, αλλά είναι ώρα κοινής ησυχίας και το καταπίνω.

Σε λίγο καταφθάνει το ντούο τρέλλα, μάνα και κόρη, όλο συνωμοσία και "να βρούμε κουτί να το βάλουμε", "να πάρουμε ειδικό γάλα να πίνει" "Μαμάααααα μη το αφήσεις να πεθάνει" και άλλα τέτοια που με ψύλλιασαν. Κρατούσαν και κάτι μικρό, που του βαζε η Ξανθιά βρεγμένα βαμβάκια στα μάτια, ξέρει λέει αυτή από τέτοια και κάτι ακαταλαβίστικα. Κάτι μύριζα αλλά πολύ λίγο...έτσι κι αλλιώς το πήραν κι έφυγαν, οπότε κι εγώ ησύχασα.

Να γίνεται στο σπίτι ο χαμός, βρήκε η Τσιριμπίμ κούτα, ο Σοβαρός τζούνιορ πετσέτα, η αποκάτω  ζωόφιλη που ζει με τον φίλο μου Μπλακ Τζακ ήρθε να συσκεφτουν τι θα κάνουν, άκρη δεν έβγαζα και κάποια στιγμή εμφανίστηκαν με κάτι κουτιά γάλα σκόνη, μπιμπερό και πολλές συνωμοσίες που ακόμα δεν καταλάβαινα...Η μια να λέει εγώ δε μπορώ να κρατήσω το γατάκι έχω τη Λούση, η άλλη να λέει εγώ έχω μωρό και σκύλο, μόνο η γάτα μας έλειπε...λέω εντάξει τη γλυτώσαμε!

Μπα! Σε λίγο σκάει μύτη η Ξανθιά χαρωπή με μια πετσετούλα στο χέρι που κάτι είχε μέσα. Το κρατούσε λες κι ήταν γυάλινο, έλεγε και κάτι μυστικά ψου ψου ψου μου μου μου στα παιδιά, έφτιαξε και το γάλα, το βαλε στο μικρό μπιμπερό κι ήρθε στη βεράντα να ταϊσει. Εγώ στο μεταξύ να χω λυσσάξει να δω τι έχει μέσα το πετσετάκι, φώναζα, πηδούσα πάνω της, αυτή χαμπάρι. Σκέφτηκε όμως να με καλοπιάσει και μου κατέβασε να δω τι κρατάει και ταϊζει...Καλέ, αυτό ήταν σα την ουρά μου μικρό, με κλειστά μάτια, δε μπορούσε να φωνάξει, τι στο καλό? νέο είδος γάτας φέρανε??? 

Η αλήθεια είναι πως δεν ήξερα τι να κάνω. Από τη μια αυτό μύριζε γατίλα, από την άλλη ήταν πολύ μικρό και δε μ' ενοχλούσε ιδιαίτερα μέχρι που άρχισε η μαμά μου να το ταϊζει με το μπιμπερό, να του τρίβει την κοιλιά να κάνει πιπί και να του μιλάει χαδιάρικα! Της ρίχνω ένα βλέμμα αυστηρό, το πήρε και το πήγε στον κήπο να το βρει η μάνα του να τελειώνουμε. Ναι, αλλά η σουρτούκω η μάνα του ΔΕΝ το πήρε για κακή μου τύχη, το παράτησε εκεί να το πάρει η ΔΙΚΗ μου μάνα, κατάλαβες τι παλιομάνες είναι οι γάτες?  Τα κάνουνε και μετά τα παρατάνε να τα πάρει η γειτόνισσα! Η οποία γειτόνισσα εν προκειμένω είναι η Ξανθιά που τα αγαπάει όλα, κι έχει και κόρη την Τσιριμπίμ που είναι κι αυτή τα ίδια και χειρότερα. Κι έτσι, καταλήξαμε να βάζουν ξυπνητήρια κάθε 3 ώρες να ταϊζουν το μωρό γατί κι αφού η μάνα του η άχρηστη δεν καταδέχτηκε να το μαζέψει, το μάζεψε η δικιά μου ξημερώματα, το έβαλε σε κουτί πάνω στο γραφείο της Τσιριμπίμ κι έκλεισαν την πόρτα μη το βρω. Μμμμμ, σιγά που δε θα το καταλάβαινα, όλο το πρωί το έβγαλα έξω από την κλειστή πόρτα να φωνάζω μπας το πάνε πίσω. 

Οι διακοπές πλησίαζαν κι εμείς ακόμα ασχολούμασταν με το μικρό που άρχισε να τρώει κάπως κι ηρέμησε η οικογένεια που το αποκαλούσε ''το καημένο το νιάου'', περίπου 57 φορές την ημέρα.

Την καημένη τη Λούση να λες, που θα βρεθεί τροφός γάτας στα καλά καθούμενα, έλεγα εγώ από μέσα μου...ο καλός θεός των σκύλων όμως με λυπήθηκε και μ' έσωσε φίλοι μου!  Έβαλε το ίντερνετ να γράψει ότι για να ζήσει ένα μωρό γατί πρέπει να το πας σε γάτα που θηλάζει τα δικά της και να το αφήσεις εκεί.
 Το διάβασε η Ξανθιά, πήρε το γατί παραμάσχαλα κι αμολύθηκε με τα παιδιά στη γειτονιά να βρει θετή μάνα της Ζίγκι (έτσι την είπαν). Γύρισαν με χαρά που βρέθηκε μια γατομαμά να το υιοθετήσει επιτέλους!

Το ''καημένο το νιάου'' ζει πλέον δύο τετράγωνα μακριά, περνάμε και το βλέπουμε (εγώ κάνω πως κοιτάζω αλλού) το παίρνουν αγκαλιά να δουν αν μεγάλωσε και όλα καλά...

Η αλήθεια είναι ότι θα προτιμούσα να ήμουν το μοναδικό είδος, στον κόσμο τούτο, που αγαπάει η Ξανθιά, αλλά μου βγήκε ελαττωματική βλέπεις...

Τι να γίνει; Κανείς δεν είναι τέλειος! Εκτός από μένα φυσικά!!!