Translate

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Φτου και βγαίνω

Φιλαράκια καλώς σας βρήκα πάλι,

Ναι το ξέρω, τεμπελιάζω τον τελευταίο καιρό και δεν ανοίγω υπολογιστή να σας ενημερώσω με τα νέα μου. Δικαιώνω όσους με λένε τεμπελόσκυλο! Μα, και τώρα που το απόφάσισα, φώναξα την Ξανθιά να καθήσει δίπλα μου στον καναπέ για να της υπαγορεύσω το κείμενό μου χωρίς να χάσω τη βολή μου...έχω και μια νύστα...

Εχθές που λέτε, ήταν αργία έμαθα επειδή ένας παλιά φώναξε Όχι κι από τότε το γιορτάζουν και δε πάνε σχολείο ούτε και δουλειά! Καλόοοοο! Επειδή ο Σοβαρός δουλεύει πολύ και κουράζεται, τα παιδιά δεν τον βλέπουν όσο θέλουν κι η Ξανθιά ανησυχεί μήπως πάθει κάτι, είπε να τους ξεκουβαλήσει να πάνε εκδρομή στο βουνό, να πάρουν αέρα να συνέλθουν.

Πρωί πρωί ξεκινήσαμε όλοι μαζί με το μακρουλό αυτοκίνητο να πάμε σ' ένα χωριό, που έχει κι ένα βουνό, που έχει έλατα κι όλα αυτά μαζί. Δεν ήταν και πολύ μακριά, φτάσαμε γρήγορα, παρκάραμε μακριά γιατί γινόταν παρέλαση του Σχολείου, είπανε να πάμε βόλτα πεζή σε μονοπάτι, μπουρδουκλώθηκε η Ξανθιά με τα παιδιά ποιός θα φέρει τι από το αμάξι, πάνω-κάτω στο χωριό ξεποδαριάστηκαν, ξεκίνησαν για την πεζοπορία και σε λίγο σταματήσαμε γιατί το μονοπάτι δεν άρεσε στη μανδάμ, ''τι να τα κάνω τα πεύκα; Καστανιές θέλω", "Πού πας καλέ, εγώ εκεί δεν κατεβαίνω θα τσακιστώ"...φύγαμε πάλι πίσω ολοταχώς να βρούμε δάσος.Με καστανιές. Ή με φουντουκιές. Ή με έλατα στη χειρότερη.

Μετά από πολλή έρευνα, αντικρουόμενες πληροφορίες και σιγουριά ότι καστανιά δε θα συναντήσουμε ποτέ, συμβιβαστήκαμε με τα έλατα, ανεβήκαμε ψηλά στο βουνό, παρκάραμε, βγήκαμε κι άρχισε μια ωραία βόλτα, μπρος ο Σοβαρός με τον Μικρό Σοβαρό κι εμένα και πίσω οι χαριτωμένες που μάζευαν μανιτάρια, βρύα, κοιτούσαν τα κλαδιά του έλατου με χαρά και άλλα διασκεδαστικά! Κάποια στιγμή λοιπόν, λέει ο Σοβαρός (τι να πω τώρα για το όνομα) στον μικρό να κρυφτούνε από τα κορίτσια για να δούνε τι θα κάνουν αμα τους χάσουν...Ανεβαίνουμε λοιπόν ψηλά στο βουνό τρέχοντας, κρυβόμαστε πίσω από κάτι πυκνά έλατα, δε μιλάει κανείς και περιμένουμε να περάσουν και να μας αναζητήσουν. Εγώ μεγάλη χαρά πήρα, έτρεξα γρήγορα στον ανήφορο και κρύφτηκα πιο καλά απ' όλους...Σε λίγο κατέφθασαν κι αυτές, χαρούμενες που είχαν βρει μανιτάρια να φάνε, κρυφογελούσαν τ' αγόρια που θα τους έψαχναν εναγωνίως, εκείνες όμως συνέχιζαν τη βόλτα χωρίς να νοιάζονται κι εγώ μόλις τις είδα να περνούν και να απομακρύνονται άρχισα να τους φωνάζω ''Κορίτσια, κορίτσια, τ' αγόρια να βρείτε''

- Η Λούση! Χάθηκε στο δάσος, τσίριξε η Τσιριμπίμ που άκουσε τη φωνή μου από ψηλά. Κοιτάζει κι η Ξανθιά να με βρει, ''πάει τους έφυγε'' γκρίνιαξε, "άντε να τη βρεις τώρα''...
- Όχι, ξαναφώναξα, εδώ είμαι, έρχομαι!!! Σταθείτε, κατεβαίνω...
Μέχρι να κατέβω, είδαν και το κόκκινο ζακέτο του Σοβαρού (εξπέρ στην παραλλαγή), είδαν και τον Μικρό Σοβαρό, είδαν...και τι δεν είδαν! Γελούσαν όλοι μαζί, αλλά ο καθένας για άλλον λόγο...Τ' αγόρια για τη γκάφα μου και τα κορίτσια για τα μυαλά των αγοριών που παίζουν κρυφτό μέχρι να γεράσουν!

Τελικά, καλά τα λέει η δικιά μου στην Τσιριμπίμ΄
 ''Τ' αγόρια μεγαλώνουν ως τα δέκα. Μετά, μόνο μπόι''!!!

Καλή σας ημέρα!




Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Καμπίνα Α' θέση

Γεια σας φίλες, φίλοι και σκυλιά,

Χριστός Ανέστη που λένε κι οι δίποδοι της οικογένειας κι ακόμα δε ξέρω τι σημαίνει. Εγώ σήμερα, άλλα θα σας πω : Πήγα κρουαζιέρα! Ναι, με δική μου καμπίνα στο πιο ψηλό καράβι!!!

Λοιπόν, φέτος το ζεύγος αποφάσισε να πάμε για Πάσχα στην Κρήτη. Τα ανθρωοποαδέλφια μου ήταν πολύ χαρούμενα για το ταξίδι κι όλο έλεγαν για το πλοίο που θα μας πάρει. Κάτι θυμόμουν από το καλοκαίρι που πήγαμε στα Κύθηρα κι ανυπομονούσα να ξαναπάω σε νησί.

Ετοιμάστηκαν όλα τα μπαγάζια, ο καθένας και μια βαλίτσα κι εγώ, φυσικά, έψαχνα για τη δική μου τη μαύρη γυαλιστερή τσάντα Harrods που έχει πάνω ένα westie!!! Την είχε αγοράσει παλιά η Ξανθιά στο Λονδίνο γιατί της άρεσε, κι όταν με υιοθέτησαν μου τη χάρισε...Ψάχνω λοιπόν, τίποτα. Ακούω την Τσιριμπιμ να ρωτάει πού είναι η τσάντα Λούσης, ''πήρα ό,τι χρειάζεται σε άλλη" της απάντάει η μάνα της. Είπα να γκρινιάξω λίγο, αλλά ένεκα το ταξίδι που λένε, τους αγνόησα.

Στο δρόμο κάτι λέγανε, συνθηματικά, πού θα βάλουμε τη Λούση; κι αν την πάρουν γιατί δεν επιτρέπεται ζώο σε καμπίνα; θα πούμε ότι είναι έγκυος, κι άλλα που δε καταλάβαινα...Φτάνουμε στο τεράστιο πλοίο, παρκάρουμε το μακρουλό αυτοκίνητο στο γκαράζ και ανεβαίνουμε να πάρουμε καμπίνα, ότι κι αν είναι αυτό. Η Ξανθιά με κρατούσε αγκαλιά μαζί με κάτι τσάντες με το κρεββάτι μου και το φαγητό μου. Μη με πιάσει και συχνοουρία απ τη συγκίνηση. Στο διάδρομο προς την καμπίνα, ο καμαρώτος ανακοίνωσε ότι ''αυτό (εγώ δηλαδή) θα πάει στον 8ο όροφο με τα υπόλοιπα ζώα''.

Ζώο να πεις την πεθερά σου σκέφτηκα εγώ, το ίδιο σκέφτηκαν κι οι άλλοι, ''μα είναι έγκυος'' λέει η ψεύτρα μάνα μου, ''καλέ η δικιά μας έχει γεννήσει 2 φορές, δε πειράζει'' της απαντάει ο καμαρώτος και μένει κόκκαλο!

Η Ξανθιά άλλαξε πεντέξι χρώματα, η Τσιριμπιμ έμπηξε τα κλάματα, έγινε σύσκεψη να δούνε τι θα γίνει κι αποφάσισαν να πάνε στον 8ο αφού έτσι πρέπει.

Στα χέρια με είχαν, η Τσιριμπιμ ακόμα έκλαιγε, η Ξανθιά είχε νεύρα γιατί διασχίσαμε όλο το πλοιο και τελικά φτάσαμε. Ανοίξανε τη σιδερένια πόρτα, είδαν πολλές ατομικές καμπίνες, και διάλεξαν την ωραιότερη φυσικά, για μένα!  Με βάλανε σε μια του πρώτου ορόφου, να βλέπω μακριά, μου έβαλαν φαγητό, νερό, το μαλακό κρεββάτι και έφυγαν. Εγώ τρόμαξα, που πάτε ρε παιδιά; φώναξα λίγο να γυρίσουν πίσω, αλλά η Ξανθιά είχε να παρηγορήσει τη μικρή που έκλαιγε και τον εαυτό της. Οπότε, λέω να κάνω γνωριμίες να περάσει κι η ώρα βρε αδελφέ μέχρι να πέσουμε για ύπνο. είχα πολλά γειτονάκια, μικρά και μεγάλα, ήσυχα και φωνακλάδικα, πιάσαμε κουβέντα και περάσαμε μια χαρά. Άλλοι είχαν ξαναπάει εκεί και μας έλεγαν πόσο ωραία είναι στο ταξίδι. 

Ποιό ταξίδι; Δε φεύγαμε με τίποτα. Δεμένο το πλοίο στο μουράγιο λέμε. Φυσάει λέει στην Κρήτη και δε πάμε. Κι εκεί που σκεφτόμουν ποιός με γρουσούζεψε, νάτη η λύση του μυστηρίου. Κι όχι μία μόνο, τρεις παρακαλώ. Χοντρουλές καλοθρεμένες, με κουδούνια στο λαιμό και βλέμμα δηλητήριο. Δίπλα μου!
ΓΑΤΕΣ ΣΕ ΒΑΠΟΡΙ;;;;; Ε, όχι ρε παιδιά! Πιό γρουσουζιά πεθαίνεις! Πετάχτε τις στη θάλασσα να φύγουμε. Να θυσιαστούν σαν την Ιφιγένεια για να σωθούμε (μαζί με τη μικρή μαθαίνω κι εγώ Ιστορία). 

Κάποτε πέσαν οι αέρηδες και σαλπάραμε, η οικογένεια στο τέταρτο πάτωμα κι εγώ, η τυχερή, στον όγδοο ουρανό, στο ψηλό κατάστρωμα, με θέα, με φρέσκο αέρα, με το φουγάρο να βγάζει καπνό και τη μπουρού να σφυρίζει την άφιξη στο λιμάνι! 

Τόσο που μου άρεσε που δεν ήθελα να φτάσουμε...Με μάζεψαν το άλλο πρωί, πριν χαράξει και πήραμε το δρόμο για το ξενοδοχείο.

Δεν ήξερα πού πήγαινα και ποιόν θα συναντούσα. 

Ήμουν όμως πολύ χαρούμενη γιατί, επιτέλους, ταξίδεψα κι εγώ σαν άνθρωπος.
Σε καμπίνα. Και τι καμπίνα...Α' θέση!!! 

Και του χρόνου!


Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Πορτοκαλί μανιτάρι

Αγαπητοί μου αναγνώστες,

Πού να σας τα λέω τι έγινε πάλι στο σπίτι... Η Ξανθιά αποφάσισε να βάψει. Όχι το μαλλί, αυτό το βάφει η κομμώτρια που ξέρει. Αποφάσισε να βάψει την κουζίνα μας. Μάλιστα. Από μπεζ, αδιάφορο και άτονο, θα την κάνει, λέει, πορτοκαλί μανιτάρι!!! 

Εγώ στην αρχή δε κατάλαβα...Τι πορτοκαλί μανιτάρια και πράσινα άλογα; Είχε φέρει και κάτι φυλλάδια από το σπίτι της Γελαστής που βάφει κάθε μήνα και έχει όλα τα κατάλληλα έντυπα πρόχειρα. Αφού τα ξεφύλλιζε κανένα τρίμηνο, κατέληξε και, δημοκρατικά πάντα, ανακοίνωσε στον Σοβαρό :
- Θα βάψω την κουζίνα
- Εγώ να λείπω...
- Μη σε νοιάζει, αφού έχω βάψει και τα μπάνια, ξέρω...Λέω να τη βάψω μεθαύριο
- Εγώ να λείπω...

Πήγε κι αγόρασε τα σύνεργα, χρωματάκια, πινελάκια, ρολάκια, χαρτάκια για να καλύψει ότι πρέπει να μείνει στο χρώμα του και ξεκίνησε περιχαρής...Το απόγευμα της Πέμπτης έγινε η προετοιμασία και την Παρασκευή το πρωί, ήπιε καφέ και ξεκίνησε...

Δύο τοίχοι πορτοκαλί (σαν ξερή φλούδα είπε στον υπάλληλο κι αυτός ακόμα ψάχνει...) και δύο μανιτάρι. Άκου τώρα εσύ χρώμα...μανιτάρι. Για γυναίκες τα βγάζουν αυτά τα χρώματα, σίγουρα.
Πέρασε το πρώτο χέρι, το κοιτούσε, το ξανακοιτούσε...χάλι μαύρο το πορτοκαλί. Το άλλο τρωγόταν γιατί εκτός από ανοιχτόχρωμο, είπαμε ότι ήταν και μανιτάρι...μη τα ξαναλέμε. 

Εμένα, με είχε στην απέξω γιατί φοβόταν μη βάψω μαλλί κι άντε να το βγάλεις μετά το χρώμα. Οπότε, κλειστή η κουζινόπορτα κι εγώ  να περιμένω. 
Της τελείωσε η μπογιά, έτρεχε ν' αγόρασε άλλη, έγινε μούσκεμα με τη βροχή, αλλά το έργο έπρεπε να τελειώσει μέχρι το απόγευμα.

Το δεύτερο χέρι δεν έφτιαξε και πολύ τα πράγματα, πάλι χάλια ο τοίχος, βαμμένος άτσαλα, διότι κυρία μου το απαλό χρώμα είναι εύκολο, δε φαίνεται η κακοτεχνία...το σκούρο θέλει μια τέχνη. Το κοιτούσε, το ξανακοιτούσε, Ξανθιά απελπισμένη κοπελιά...

Γύρισαν τα παιδιά απ το σχολείο, τους άρεσε διότι στα παιδιά αρέσουν τα πάντα, κι αυτή απελπισμένη...

Η σωτηρία ήρθε το απομεσήμερο, που γύρισε ο Σοβαρός, κοίταξε τον τοίχο, αναστέναξε βαθιά κι έπιασε δουλειά. Διπλοβάρδια τον έχει τον άνθρωπο...το πρωί στελεχάρα, το βράδυ μπογιατζής.
Έτσι, ο ''εγώ να λείπω", πέρασε μια χαρά το τρίτο χέρι της κουζίνας, τη συνέφερε και την έκανε ''κουφέτο'' όπως έλεγε κι ο κυρ Νίκος - πατέρας του. Και μετά, την κοιτούσαν κι οι δύο και χαιρόντουσαν. Η μια γιατί έβαψε, ο άλλος γιατί θα έλειπε!!!!

Η καλύτερη όμως είμαι πάλι εγώ, το μικρό λευκό westie. 

Με την πορτοκαλί μου φράντζα!!!!


Η νύφη το 'σκασε

Φιλαράκια μου καλά, σας χαιρετώ και σας φιλώ στη μύτη,

Η αλήθεια είναι ότι τελευταία δε γράφω στο ημερολόγιό μου, μιας και η ζωή μου δεν έχει και πολλά καινούργια πράγματα...Δηλαδή όλο και κάτι γίνεται στο σπίτι του Σοβαρού και της Ξανθιάς, αλλά γενικώς επικρατεί ηρεμία. Την οποία ηρεμία, ήρθε να μου ταράξει η μουρλή μου μάνα, με τις τρομερές της ιδέες...

Εγώ, όπως ξέρετε, κοντεύω τα τρία! Ε, είμαι πια μεγάλο κορίτσι, κι η δικιά μου έκανε την τρελή σκέψη να με ... παντρέψει!!! Άκου τώρα, πού της ήρθε τούτη η πετριά στην κεφαλή; Ποιός της βάζει αυτές τις ιδέες; Κανείς! Μόνη της αυτοσχεδιάζει...

Τον έσκασε τον Σοβαρό ένα γελαστό απόγευμα :
- Είδα μωρά westie χθες με τη μικρή στο site και λέω να το δοκιμάσουμε...
- Δε πας καλά...θα πήξουμε στο σκ@τό εδώ μέσα 
- Ναι, αλλά θα έχουμε κουταβάκια τρισχαριτωμένα να ζουλάμε, θα χαρούν πολύ τα παιδιά και τέλος πάντων μια φορά θα γίνει, πόσα θα κάνει; Έχω να τα χαρίσω...Περιμένει κι η Τίνα.
- Είσαι τρελή
- Γνωστό αυτό.  Θα γίνω ευτυχισμένη, δεν έχω δικαίωμα;

Το διαπραγματευτήκανε καμιά βδομάδα, δύο βδομάδες και τελικά αποφασίσαν (με τον γνωστό δημοκρατικό τρόπο της Ξανθιάς) να μου βρουν γαμπρό!

Έβαλε η δικιά μου κάτι αγγελίες στο Facebook, κάπου αλλού και περίμενε απάντηση, αλλά δεν απάντησε κανείς...Γιατί ρε παιδιά; Τόσο άσχημη είμαι;
Διάβασε ότι είναι κακό να κάνω παιδιά με όποιον να 'ναι της ράτσας μου, ότι θα παιδευτεί όλη η οικογένεια να καθαρίζει, ότι πρέπει μόνο να μας ζευγαρώνουν οι εκτροφείς και θύμωσε...Σιγά ρε παιδιά, πότε η φύση είχε ανάγκη τον άνθρωπο για να κάνει τη δουλειά της; Κι άρχισε η κατασκοπεία...

Κυκλοφορούσε στους δρόμους κι όπου εντόπιζε σκύλο της φυλής μου, έτρεχε ανέμελα να μάθει τι και πώς, αλλά τζίφος...τα μισά ήταν κορίτσια και τα άλλα στειρωμένα! Τι έγινε ρε παιδιά; Μας τελείωσε ο νυμφίος; 

Και, ξαφνικά, ένα απόγευμα, ο Σοβαρός που δεν ήθελε μωρά Λουσάκια, έφερε έναν μαγικό αριθμό τηλεφώνου74!!!! Της γειτόνισσας που έχει τον Ράμπο!!! Που είναι συνομήλικος και πολύ γενναίος, ένας ιππότης για τη Λουσούλα!

Το άρπαξε η Ξανθιά, το έβαλε στο ψυγείο με μαγνήτη και περίμενε. Διότι εγώ, δεν είμαι κορίτσι να δω τον γόη και να τα βρούμε όποτε θέλουμε, πρέπει να με ειδοποιήσει το ένστικτό μου ότι θέλω να ζευγαρώσω...

Έφτασαν λίγο πολύ οι κατάλληλες μέρες, και σε μια βόλτα βραδυνή...τσουπ! συναντάμε τον Ράμπο. Την ώρα που έστριβα τη γωνία να πάω στο παρκάκι, τον είδα κι έπεσα ξερή! Θεός! Ο Ρουβάς των westie! Τρέχω πάνω του, τον φιλάω, τον ξαναφιλάω...αυτός όμως καμία αντίδραση. Ούτε καμία δράση. Παγοκολώνα ο γείτονας. Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, κοίτα μια κούκλα μια τσαχπίνα που σε θέλει, τον σκουντάω και λίγο πονηρά...και παίρνει δρόμο! Μου την έκανε! Μαύρη απογοήτευση η Ξανθιά, κατάμαυρη κι η μαμά του Ράμπο! Αλλά συνεννοήθηκαν οι σατανικές να ξαναβρεθούμε...δήθεν τυχαία.

Ναι, αλλά εμένα δε θα με φτύνεις φίλε μου και μετά θα με θες, γιατί δε θα σε θέλω εγώ! Δύο φορές πήγαμε ραντεβού, με ήθελε κολασμένα τώρα ο Ράμπο, κυνηγητό να δουν τα μάτια σας, κόλλησε τη μύτη του πάνω μου και δε ξεκολούσε με τίποτα! Με στρίμωχνε, με φίλαγε, με δάγκωνε, μου είπε και μερικά γλυκόλογα και του βαλα τις φωνές  γιατί μ' έπρηξε! Πολύ όμως! Τα 'χωσα και στην Ξανθιά, κάθησα απέναντί της και την κοιτούσα στα μάτια να με πάρει να φύγουμε από τον κολιτσίδα. Τι να κάνει κι αυτή; Το πήρε απόφαση ότι δε θα κάνει καριέρα προξενήτρας.

Η αλήθεια είναι ότι τώρα, θα ξαναβγώ με άντρα σε έξι μήνες. Την έχω βάλει και ψάχνει να βρει πολλούς υποψήφιους μήπως και αποκτήσει κουτάβια...

Εγώ όμως, θέλω να παντρευτώ από έρωτα κυρία μου, δε θα μου πεις εσύ με ποιόν θα κάνω παιδιά. Εσένα, η μαμά σου στον έφερε τον Σοβαρό; 

Ασε που σε άκουσα μια μέρα να λες ότι πρέπει να φιλήσεις πολλά βατράχια για να βρεις τον πρίγκιπα. 

Ε, ξεκίνα να ψάχνεις, έχεις καιρό ως τον Αύγουστο! Που είναι και παχιές οι μύγες. Για να φάνε οι βάτραχοι!!!