Translate

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Η Μεγάλη Απόδραση

Φίλες, φίλοι μου και σκύλοι, ξαναγύρισα στο μπαλκόνι μου μετά από τις τεράστιες διακοπές που έκανα φέτος. Εκτός από το εξοχικό όπου τελικά τις εκπαίδευσα τέλεια τις σίτες, μετά είχαμε και συνέχεια στο νησί που πάμε με το αυτοκίνητο και μετά με το καράβι. Αυτό που πήγαμε και πέρσυ, τα Κύθηρα. Το τραγούδι βέβαια λέει ''Τα Κύθηρα ποτέ δε θα τα βρούμε'' αλλά ο Σοβαρός τον έμαθε καλά το δρόμο και τα βρίσκουμε εμείς μια χαρά κάθε καλοκαίρι...

Φέτος μείναμε στης καλής ξανθιάς κυρίας που με λέει Λούσυ Μπωλ,  έχει γιο τον Μόγλη και σπίτι με κήπο γύρω γύρω και μπαλκόνι για να ανεβαίνω το βράδυ και να ρεμβάζω με τ' άστρα και το τεράστιο φεγγάρι που ανατέλλει ακριβώς μπροστά μας.

Ωραία όλ' αυτά, τα είδα και πέρσυ, ε είπα φέτος να δω και λίγο παραπέρα τι γίνεται...Ο Σοβαρός είχε χαλαρώσει φέτος και με άφηνε χωρίς λουρί, μόνο με φώναζε και τον ακολουθούσα. Η Ξανθιά είχε μια ανησυχία, ως συνήθως, αλλά δεν έλεγε και πολλά (πρωτότυπο). Εγώ καθόμουν αμέριμνη κοντά τους και είχα το νου μου στα πέριξ.

Ένα ωραίο απόγευμα, πίνανε καφέ και συζητούσαν οι μεγάλοι, ήρθαν κι επισκέπτες, οι μικροί έφτιαχναν την καλύβα του Μπαρμπα Θωμά κι εγώ την κοπάνησα ησύχως και αλά γαλλικά που λένε. Μέχρι να το πάρουν είδηση...Λούης η Λούσυ.

Άρχισε να ρωτάει ο ένας τον άλλον πού είμαι, όλοι με είχαν δει πριν λίγο, η Ξανθιά τους έβριζε που με άφησαν έτσι γιατί πιο κάτω είχε σερνικά σκυλιά και φοβάται, η Τσιριμπίμ έκλαιγε, και πήραν τους δρόμους απελπισμένοι. Ο Σοβαρός με τα πιτσιρίκια στο αμάξι, η Ξανθιά στους γείτονες που έχουν σκύλους κι η Γελαστή φίλη γύρω γύρω να με φωνάζει...

Ψυχή δε με είχε δει...Και πώς να μ' έβλεπε εκεί που ήμουν...Απέναντι υπάρχει ξενοδοχείο που έχει μπροστά έναν τεράστιο θάμνο με αρμπαρόριζα. Μέσα στον θάμνο, δεν είχε τίποτα πριν. Μετά, είχε ΕΜΕΝΑ!!! Μπήκα με φόρα, αλλά άντε να βγω μετά, ο θάμνος ήταν πυκνός πολύ, ούτε μπρος πήγαινα, ούτε πίσω. Ούτε να φωνάξω μπορούσα εκεί μέσα, ούτε τίποτα. Με τα πολλά, κατάφερα και βγήκα σ' ένα ξέφωτο, γεμάτη φύλλα και κλαδιά, μια γούνα αηδία σκέτη...αλλά... μοσχοβολούσα!!! 

Μόλις τη φώναξα, με άκουσε! Έβαλε μια φωνή ''η Λούσυ'' κι έτρεξε να με βρει. Ναι, αλλά η Ξανθιά δε τα πάει καλά με το θέμα διάσωση, δηλαδή ανεβαίνω κατεβαίνω, παίρνω σκύλο αγκαλιά  και φεύγω κι έτσι την πλήρωσε η γελαστή φίλη μας που κατάσκισε το παντελόνι της για να με σώσει.

Την κατσάδα που άκουσα, δε την ξέρει άνθρωπος μα ούτε και σκύλος! Και μου τραβούσε τα μαλλιά να με καθαρίσει και με μάλωνε ταυτόχρονα, αλλά εγώ αμίλητη κάθησα και χαμηλοβλεπούσα, αφού την είχα κάνει την αποκοτιά μου, άσε που είχα φοβηθεί κιόλας. Αλλά...μοσχοβολούσα. Κι όσο με μάλωνε τόσο γελούσε γιατί αρωματίστηκε το σύμπαν γύρω μου. Και δώστου ''άντε να χαθείς σκασμένο'' γιατί μάλλον κι αυτή είχε φοβηθεί.

Τώρα βέβαια όλα πέρασαν, αλλά εμένα άλλο με ανησυχεί :

Την αρμπαρόριζα τη βάζουνε στο γλυκό κυδώνι είπε...Βρε, λες να με μαδήσει και να με χώσει σε κανένα βάζο; 

Απ' αυτήν όλα να τα περιμένεις!!!