Translate

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Πού είναι ο ασβός, οέο;;;;

Αυτό το Σαββατοκύριακο το πέρασα στο εξοχικό μας, αυτό με το γκαζόν γύρω γύρω, το θυμάστε φαντάζομαι! Είχαμε και παρέα τώρα, τους φίλους του Σοβαρού και της Ξανθιάς με τα κοριτσάκια τους, ήρθε κι η γιαγιά που πολύ αγαπάω και ο γελαστός κύριος που μένει στο δίπλα σπίτι και με συμπαθεί πολύ!  

Συνήθως όταν φτάνουμε με αφήνουν να ελέγξω τον χώρο γιατί τώρα ήρθε ο φύλακας του σπιτιού και πρέπει να αναλάβει καθήκοντα...Όλα καλά τα βρήκα, τα δέντρα μας στη θέση τους, το πηγάδι όπου το άφησα, το γκαζόν πράσινο και ψηλό (κουρέψτε το καλέ) αλλά...τρύπες. Πολλές τρύπες ρε παιδιά, στο χώμα, στα παρτέρια, παντού! Μύρισα λίγο, βρωμούσε κάτι παράξενο είναι η αλήθεια, κάτι έλεγε ο γελαστός συγγενής για έναν ασβό που του έχει ρημάξει το γκαζόν του...δεν κατάλαβα και καλά να πω την αλήθεια. Στεκόντουσαν πάνω από τις τρύπες και τις κοιτούσαν με περιέργεια όλοι, μόνο ένας τις βούλωνε βρίζοντας...

Τρέξαμε, παίξαμε, λυσσάξαμε και το απόγευμα πήγα να επιθεωρήσω τον ξυλόφουρνο όπου θα ψήναμε την Κυριακή το κοτόπουλο.  Ο σοβαρός συζητούσε με τη γιαγιά τις λεπτομέρειες του ψησίματος, πώς βάζουμε τα ξύλα, πόση ώρα θέλει το φαϊ, αλλά...κάτι μύριζε ρε παιδιά εκεί κοντά. Κάτι μύριζε στο ντουλάπι που βάζουμε τις καρέκλες και τα εργαλεία κήπου...μου σπασε τη μύτη. Νέα μυρωδιά ήταν αυτή. Μια στιγμή νόμισα ότι κουνήθηκε κιόλας και άρχισα τη φοβέρα. Τόσο πολύ γάυγισα που κόντεψαν να μου κλείσουν οι πολύτιμες φωνητικές μου χορδές. Παίρνει γραμμή το σόι, ανοίγουν τις πόρτες και ψάχνουν τι είναι μέσα. Ο σοβαρός είδε λέει τον ασβό, έρχεται κι ο γελαστός συγγενής που όλο το πρωί βούλωνε τρύπες και βλαστημούσε, εγώ έγινα πάλι το επικεντρο, αλλά ασβός πουθενά. Ο σοβαρός λέει τον είδε ήταν μαύρος, έρχεται κι η ξανθιά και είπε την κοτσάνα της πάλι "μη τρομάξει ο ασβός και μας κατουρήσει, γιατί θα βρωμάμε έναν μήνα'', ήρθαν κι οι φίλοι να δουν το τέρας....αλλά τέρας πουθενά. Βγήκαν έξω οι καρέκλες, οι μπουκάλες με τη σάλτσα, τα φτυάρια, με έβαζαν να μυρίζω με μανία, μα ο ασβός εξαφανίστηκε. Πάλι έχασα την ευκαιρία να αποδείξω την κυνηγετική μου ικανότητα, φτου!

Απογοητευμένη γύρισα, πήγα την κατουροβόλτα μου κουτσά στραβά και τσαντισμένη, πέρασε η μέρα και το βράδυ ανάψαν τα νέα φωτάκια της πέργκολας και στρογγυλοκάθησαν να τρώνε και να πίνουν όλη η παρέα. Η ξανθιά κάθε τόσο άκουγε κάτι γντουπ από τον κήπο, μετά κάτι γκντόνγ-ντονγκ, λέει παιδιά ήρθε ο ασβός με την τσάπα κι ανοίγει τρούπες πάλι... Γαύγισα λίγο για εκφοβισμό, μου είπαν να το βουλώσω (ευγενικά μεν, αυτο εννοούσαν δε) και διαλυθήκαμε ησύχως αργα τη νύχτα. 

Ανεβήκαμε στον όροφο των υπνοδωματίων κι έριξα κάτι ύπνους...ολο ασβούς κυνηγούσα. Κι αυτός ερχόνταν να σκάψει το γκαζόν, εγώ τον έβλεπα και κατέβαινα πηδώντας από το μπαλκόνι σα τον Σούπερμαν και τον έπιανα απ΄το σβέρκο. Τσακ τσουκ, πάρτον κάτω. Αααααχ, το φχαριστήθηκα!!!

Το πρωί επιθεώρησαν όλον τον κήπο, σπιθαμή προς σπιθαμή, προς ανεύρεσιν οπής...

Τίποτα...Ησύχία, Τάξη και Ασφάλεια

Σιγά ρε παιδιά μην ξαναέρθει ασβός! Εκεί που τη νύχτα φυλάω εγώ! Αν είναι ποτέ δυνατόν δηλαδή!!!